Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα που δυστυχώς στην Ελλάδα είναι απαραίτητο να επισημαίνονται. Ο Παναθηναϊκός έχει αλλάξει προπονητή, έχει γυρίσει σελίδα και επέλεξε για νέο του τιμονιέρη έναν προπονητή από το εξωτερικό.
Ως εκ τούτου είναι ξεκάθαρο σε όλους όσοι ασχολούνται με τον αθλητισμό ότι μία τέτοιου είδους νέα κατάσταση απαιτεί χρόνο, εμπιστοσύνη και ηρεμία προκειμένου να γίνουν οι όποιες κρίσεις με σωφροσύνη.
Επίσης ξεκάθαρο είναι ότι σε αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα ο Παναθηναϊκός προσπαθεί να αλλάξει πολλά στον τρόπο παιχνιδιού του και έχει ήδη αρχίσει να προσαρμόζεται -σε επίπεδο αγωνιστικής φιλοσοφίας- στα "θέλω" του Ιταλού.
Μία νέα φιλοσοφία «made in Italy» που έχει ως βασικό μέλημα την τακτική συνοχή, το οργανωμένο πρέσινγκ στο δεύτερο τρίτο του γηπέδου και την τάχιστη μετάβαση, μετά από κλέψιμο, στην επίθεση.
Κάποια πρώτα δείγματα γραφής τα είδαμε στη Βέροια, καθώς οι δύο από τις τρεις κλασικές ευκαιρίες, με τον Πέτριτς στο 38' και τον Καρέλη στο 52', προέκυψαν με αυτόν τον τρόπο.
Από οργανωμένο πρέσινγκ που ανάγκασε τον αντίπαλο σε λάθη και δημιούργησε σοβαρές προϋποθέσεις για γκολ, ασχέτως εάν αυτό δεν ήρθε. Ηρθε όμως από μία στατική φάση, ένας τομέας του παιχνιδιού που δουλεύει καθημερινά ο Ιταλός τεχνικός, γνωρίζοντας άλλωστε ότι από τις στατικές φάσεις προκύπτει το 60% των γκολ ενός αγώνα.
Μεγάλο ποσοστό για να σκοράρεις επίσης υπάρχει στις επιθέσεις όπου η αντίπαλη άμυνα βρίσκεται σε φάση ανισορροπίας, με διαταραγμένη δηλαδή τη συνοχή της. Είναι ωστόσο ξεκάθαρο ότι στην οργάνωση του παιχνιδιού, το "χτίσιμο" της επιθετικής ανάπτυξης απέναντι σε οργανωμένη άμυνα, ο Παναθηναϊκός χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμα.

