Όταν ολόκληρη η ποδοσφαιρική χώρα τραγουδούσε «Έχω στο Λονδίνο μια δουλειά»...
Γράφει ο Γιώργος Χόμπης
Ο Γιώργος Χόμπης ανοίγει τα βιβλία της ελληνικής ποδοσφαιρικής ιστορίας και θυμάται τη μεγαλειώδη πορεία του Παναθηναϊκού στο Κύπελλο Πρωταθλητριών όταν το "τριφύλλι", καθοδηγούμενο από τον «Καλπάζων Συνταγματάρχη» Φέρεντς Πούσκας, έφθασε ως τον τελικό στο Γουέμπλεϊ στις 2 Ιουνίου 1971 θέτοντας παράλληλα ισχυρά θεμέλια για να καθιερωθεί με τις διακρίσεις των επόμενων χρόνων ως ο Πρεσβευτής του ελληνικού ποδοσφαίρου στην Ευρώπη.
Όταν το φθινόπωρο του 1970 ο Παναθηναϊκός ξεκινούσε την προσπάθειά του στο κύπελλο Πρωταθλητριών, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι οι τίτλοι τέλους της ευρωπαϊκής περιπέτειας εκείνης της σεζόν θα γράφονταν τις πρώτες μέρες του επόμενου καλοκαιριού στο «ναό» του ποδοσφαίρου, στο θρυλικό Γουέμπλεϊ.
Η αμιγώς ελληνική ομάδα του τριφυλλιού, αφού δεν επιτρεπόταν μεταγραφές αλλοδαπών ποδοσφαιριστών, με τον Φέρεντς Πούσκας στην τεχνική ηγεσία, τον «στρατηγό» Μίμη Δομάζο και τον «κανονιέρη» Αντώνη Αντωνιάδη, έμελε να γράψει χρυσές σελίδες στην ιστορία όχι μόνο του συλλόγου, αλλά και του ελληνικού ποδοσφαίρου γενικότερα κάνοντας όλο το φίλαθλο κόσμο της, απομονωμένης λόγω των συνθηκών, χώρας να παραληρεί τραγουδώντας «έχω στο Λονδίνο μια δουλειά».
Μπορεί βεβαίως οι «πράσινοι» να μην κατάφεραν να φύγουν από την αγγλική πρωτεύουσα με το βαρύτιμο τρόπαιο στις αποσκευές τους, αφού υποκλίθηκαν στην ανωτερότητα του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου του Άγιαξ του «ιπτάμενου Ολλανδού» Γιόχαν Κρόιφ (2-0), σε κάθε περίπτωση όμως το έπος του Γουέμπλεϊ πέραν του γεγονότος ότι πρόκειται αναμφίβολα για την πιο ένδοξη στιγμή στην πλούσια και γεμάτη επιτυχίες και διακρίσεις ιστορία του ποδοσφαιρικού τμήματος του Παναθηναϊκού αποτελεί τεράστια εποποιία στην ιστορία του αθλήματος στη χώρα σε συλλογικό επίπεδο, αφού για πάρα πολλά χρόνια και μέχρι την κατάκτηση του Conference League από τον Ολυμπιακό το 2024 στον τελικό της Νέας Φιλαδέλφειας κόντρα στη Φιορεντίνα, καμία άλλη ελληνική ομάδα δεν έχει καταφέρει να φθάσει ως το τέλος της διαδρομής και να διεκδικήσει τα σκήπτρα του ποδοσφαιρικού βασιλιά της Γηραιάς Ηπείρου.
Δύο φορές ακόμα τα επόμενα χρόνια οι «πράσινοι» έφθασαν μέχρι τα ημιτελικά της κορυφαίας διασυλλογικής ποδοσφαιρικής διοργάνωσης , τις σεζόν 1984-85 και 1995-96 χωρίς να καταφέρουν όμως να σφραγίσουν το πολυπόθητο εισιτήριο για τον τελικό αφού στην πρώτη περίπτωση αποκλείστηκαν από τη μετέπειτα φιναλίστ του «ματωμένου» τελικού του Χέιζελ, Λίβερπουλ και στη δεύτερη δεν μπόρεσαν να κεφαλαιοποιήσουν το πλεονέκτημα της επικράτησης επί του Άγιαξ στο Άμστερνταμ (0-1) γνωρίζοντας την ήττα στον επαναληπτικό του ΟΑΚΑ με 3-0.
Αντίο στο όνειρο της πρόκρισης σε ευρωπαϊκό τελικό την περίοδο 1976-77 είχε πει και η ΑΕΚ, η οποία αποκλείστηκε στα ημιτελικά από την μετέπειτα κυπελλούχο ΟΥΕΦΑ Γιουβέντους .
Η πορεία προς τη δόξα:
Στον πρώτο γύρο του κυπέλλου Πρωταθλητριών ο Παναθηναϊκός αντιμετώπισε την άσημη και αδύναμη Ζενές ες, την οποία απέκλεισε με δύο νίκες 1-2 στο Λουξεμβούργο και 5-0 στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας με τον Αντωνιάδη, ο οποίος αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης, να σημειώνει πέντε γκολ συνολικά στα δύο παιχνίδια.
Επόμενη αντίπαλος της πράσινης αρμάδας ήταν η πανίσχυρη Σλόβαν Μπρατισλάβας. Το νικηφόρο 3-0 του πρώτου ματς στην Αθήνα αποδείχθηκε αρκετό για να δώσει την πρόκριση στο τριφύλλι, αφού στη ρεβάνς της Τσεχοσλοβακίας η Σλόβαν δεν κατάφερε να καλύψει το σκορ του πρώτου αγώνα επικρατώντας με 2-1.
Ο πρώτος προημιτελικός στο Γκούντισον Παρκ απέναντι στην Έβερτον έχει μείνει στην ιστορία για τη σπάνια σύμπτωση με τα πολλά εννιάρια καθώς οι «πράσινοι» που απέσπασαν πολύτιμη ισοπαλία με 1-1 είχαν προηγηθεί εννέα λεπτά πριν τη λήξη της κανονικής διάρκειας της αναμέτρησης με τέρμα του «συνήθους υπόπτου» Αντωνιάδη, ο οποίος φορούσε τη φανέλα με το εννιά και σημείωνε το ένατο προσωπικό του γκολ στη διοργάνωση τη στιγμή που οι δείκτες του ρολογιού του γηπέδου έδειχναν εννέα ακριβώς.
Στον επαναληπτικό της Λεωφόρου οι δύο ομάδες αναδείχθηκαν ισόπαλες χωρίς τέρματα με τον Παναθηναϊκό να αποκλείει τους Άγγλους.
Όλοι είχαν αρχίσει να πιστεύουν στο όνειρο της συμμετοχής στον τελικό και ο Ερυθρός Αστέρας ήταν το εμπόδιο που καλούνταν να ξεπεράσει το «τριφύλλι» στον ημιτελικό.
Το πρόσωπο των αναμετρήσεων κόντρα στους Γιουγκοσλάβους δεν ήταν άλλο από τον Αριστείδη Καμάρα, ο οποίος με τα δύο καθοριστικά γκολ που σημείωσε ένα στο Βελιγράδι στην καταδικαστική όπως φαινόταν ήττα με 4-1 και ένα ακόμα στον επαναληπτικό της Λεωφόρου Αλεξάνδρας διαμόρφωσε το τελικό 3-0,υπέγραψε την πρόκριση στον τελικό του Λονδίνου απέναντι στον Άγιαξ, ο οποίος όμως επιβεβαίωσε τον τίτλο του φαβορί και επικράτησε με 2-0 στερώντας από τον Παναθηναϊκό την ευκαιρία να ολοκληρώσει τη μεγαλειώδη πορεία του στη διοργάνωση κατακτώντας το τρόπαιο.

