Πας να δεις το πρόγραμμα, λες “ωραία, παίζουμε με την ΑΕΚ στην OPAP Arena, τέσσερις σερί ήττες έχουν, είναι σε ελεύθερη πτώση. Πάμε να τους τελειώσουμε.”
Και μετά το μυαλό του Παναθηναϊκού οπαδού κάνει αυτό που κάνει πάντα τα τελευταία χρόνια:
“Ωραία, εμείς θα τους αναστήσουμε πάλι.”
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Γκ.
Κλασική λούπα, matrix φάση. Ένα déjà vu που έχει γίνει μόνιμο πλέον.
Αντί να πάμε με την τρέλα του «πάμε να τους αποτελειώσουμε», πάμε με το «ωχ, τι θα περάσουμε πάλι». Και δυστυχώς, αυτή η λουζεριά έχει ποτίσει κάθε κύτταρο του DNA μας. Πλην των 2,5 χρόνων του Ιβάν, που για λίγο νιώσαμε γνήσιοι Παναθηναϊκοί και όχι αρνητές της χαράς.
Η ΑΕΚ είναι με την πλάτη στον τοίχο. Ο Αλμέιδα είναι φανερά θολωμένος και ο κόσμος της ΑΕΚ στα κάγκελα, έτοιμος να εκραγεί. Δηλαδή; Ιδανικό σκηνικό για ένα διπλό, που σε καμία περίπτωση δε γλυκαίνει την χρονιά του Παναθηναϊκού, αλλά μπορεί τουλάχιστον να μην τερματίσει την επόμενη, πριν καν αρχίσει.Όλες αυτές οι σκέψεις όμως θα ίσχυαν, αν ήμασταν σε μία διαφορετική φάση.
Αλλά εμείς είμαστε σε φάση, που ο μέσος Παναθηναϊκός, ούτε θυμάται, πως την Κυριακή έχει ντέρμπι με την ΑΕΚ κι αν το θυμηθεί, χαλιέται που το σκέφτεται. Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα, πως ο κόσμος, πάνω που για ένα διάστημα, είχε πάρει μια ελπίδα και πήγε να ξανασυνδεθεί με το ποδοσφαιρικό τμήμα, αυτή η σύνδεση, έχει κοπεί με το πιο σκληρό τρόπο ξανά. Σίγουρα χωρίς ευθύνη του κόσμου, που όπως αποδείχτηκε είναι έτοιμος να στηρίξει, μόλις του δοθεί ελπίδα. Αλλά με ευθύνη της διοίκησης.
Το πρόβλημα και για όσους ρομαντικούς ακόμα ασχολούμαστε, δεν είναι μόνο ποδοσφαιρικό, αλλά πλέον και ψυχολογικό. Είναι το συναίσθημα που σου λέει "πάμε να το πάρουμε", και σε 2 λεπτά γίνεται "εγώ σου το ’λεγα ότι θα χάσουμε".
Έχουμε μάθει να περιμένουμε το κακό. Έχουμε εκπαιδευτεί στη δυστυχία.
Ο Παναθηναϊκός είναι η μόνη ομάδα που μπορεί να πάει να "τελειώσει" μια αποδεκατισμένη ΑΕΚ και να βγει… διασωληνωμένος.
Και το ξέρουμε ότι αν νικήσουμε, γινόμαστε φαβορί για τη 2η θέση — ίσως και τη "κλειδώνουμε", αν ο ΠΑΟΚ γκελάρει στο Καραϊσκάκη. Αλλά ποιος νιώθει ότι αυτός θα είναι ο δρόμος την Κυριακή το βράδυ και όχι ο σκληρός;
Το μόνο σίγουρο: εμείς θα είμαστε εκεί. Είτε με τα μάτια γουρλωμένα είτε με τα χέρια στο πρόσωπο. Και πάντα με την ίδια σκέψη:
"Ρε μπας και;"

