Το «Cost Control» με όλες τις λεπτομέρειες και γιατί υποχρεώνει τον Παναθηναϊκό σε πώληση παίκτη

Τους τελευταίους μήνες, οι όροι «Cost Control» έχουν γίνει καθημερινό θέμα στο ρεπορτάζ του Παναθηναϊκού, ίσως και περισσότερο από τα ίδια τα αποτελέσματα της ομάδας. Κι αυτό, διότι σχετίζονται με το μέλλον, το οποίο πλησιάζει γρήγορα.

Το ερχόμενο καλοκαίρι, αναγκαστικά ο Παναθηναϊκός θα πρέπει να προχωρήσει τουλάχιστον σε μία πώληση παίκτη (όπως του Βαγιαννίδη ή άλλου), ώστε να εξασφαλίσει πρόσθετα έσοδα λόγω των οικονομικών κανονισμών της UEFA, πέρα από τα κλασικά έσοδα (τηλεοπτικά, εισιτήρια, χορηγίες κλπ) ή την οικονομική ενίσχυση από τον ιδιοκτήτη μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου.

Τι ακριβώς όμως είναι το «Cost Control», το νέο κομμάτι του σχεδίου «Οικονομική Βιωσιμότητα» της UEFA, που από το καλοκαίρι του 2023 αντικατέστησε το Financial Fair Play του 2010;

Πώς επηρεάζει τους ευρωπαϊκούς συλλόγους και ειδικά τον Παναθηναϊκό, οδηγώντας τον σε ανάγκη για πωλήσεις λόγω αυστηρότερου ελέγχου στην οικονομική συμμετοχή του Γιάννη Αλαφούζου;

Και ποιες πιθανές ποινές κινδυνεύει να αντιμετωπίσει αν δεν συμμορφωθεί με το νέο πλαίσιο;

Ερωτήματα εύλογα, καθώς το νέο καθεστώς παραμένει σχετικά άγνωστο στο ευρύ κοινό αλλά πλέον είναι καθοριστικός παράγοντας για την ευρωπαϊκή αδειοδότηση των ομάδων.

 

Το σχέδιο «Οικονομική Βιωσιμότητα»

Στις 6 Ιουλίου 2023, η UEFA παρουσίασε το νέο της πρόγραμμα για τη «Οικονομική Βιωσιμότητα», χωρίς να υπάρξει ιδιαίτερη κάλυψη από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Σύμφωνα με την UEFA, στόχος του προγράμματος είναι η διασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Το πλαίσιο στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες:

 

  • Φερεγγυότητα

  • Σταθερότητα

  • Έλεγχος Κόστους

 

Κάθε άξονας περιλαμβάνει διαρκείς ελέγχους κατά τη διάρκεια της σεζόν, για να διασφαλίζεται ότι οι σύλλογοι παραμένουν οικονομικά υγιείς.

Ο Αντρέα Τραβέρσο, διευθυντής οικονομικής βιωσιμότητας και έρευνας της UEFA, είχε επισημάνει ότι οι νέοι κανόνες εγκρίθηκαν ομόφωνα από όλη την ευρωπαϊκή κοινότητα του ποδοσφαίρου.

 

Η εξέλιξη του Financial Fair Play

Το νέο πλαίσιο αποτελεί εξέλιξη του Financial Fair Play, το οποίο, παρά τις αδυναμίες του και τις αμφιλεγόμενες αποφάσεις για τα μεγάλα κλαμπ, είχε θετικό αντίκτυπο στα οικονομικά των ομάδων μετά το 2010.

Το 2009, οι καθαρές ζημιές των κορυφαίων ευρωπαϊκών συλλόγων έφταναν τα 1,6 δισ. ευρώ. Μέχρι το 2018, αυτό είχε αντιστραφεί σε κέρδη 140 εκατ. ευρώ, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές να έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Ωστόσο, η πανδημία του COVID-19 προκάλεσε ζημιές άνω των 7 δισ. ευρώ, αναγκάζοντας την UEFA να προσαρμόσει τους κανονισμούς της.

Οι νέες ρυθμίσεις στοχεύουν:

 

  • Στην ενίσχυση της διαφάνειας και της αξιοπιστίας.

  • Στην προστασία των πιστωτών.

  • Στην καλύτερη διαχείριση του κόστους.

  • Στην ενθάρρυνση των συλλόγων να βασίζονται στα δικά τους έσοδα.

  • Στην προώθηση μακροπρόθεσμων επενδύσεων.

  • Στην προστασία της συνολικής οικονομικής υγείας του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

 

Οι άξονες «Φερεγγυότητα» και «Σταθερότητα»

Στην «Φερεγγυότητα», η UEFA εισήγαγε τριμηνιαίους ελέγχους για τις πληρωμές των ομάδων προς τρίτους. Όσον αφορά τη «Σταθερότητα», συνεχίζεται η τριετής αξιολόγηση των οικονομικών των συλλόγων, με πιο αυστηρούς κανόνες στις χρηματοδοτήσεις μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία νέου χρέους.

Η επιτρεπόμενη απόκλιση από τον οικονομικό ισοσκελισμό αυξήθηκε από 30 σε 60 εκατ. ευρώ για την τριετία, με δυνατότητα επιπλέον 10 εκατ. ευρώ ανά περίοδο για οικονομικά υγιείς συλλόγους.

Αυτό το τελευταίο σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Παναθηναϊκό…

 

Ο Έλεγχος Κόστους και η εφαρμογή του

Το κρίσιμο σημείο αφορά τον τρίτο άξονα, τον «Έλεγχο Κόστους» (Cost Control).

Από το καλοκαίρι του 2023, η UEFA έχει θέσει όριο στις δαπάνες των συλλόγων για μισθούς παικτών και προπονητών, μεταγραφές και αμοιβές μάνατζερς, σε ποσοστό 70% των ετήσιων εσόδων τους.

Η εφαρμογή γίνεται σταδιακά: 90% για το 2023/24, 80% για το 2024/25 και 70% από το 2025/26 (δηλαδή από 1η Ιουλίου 2025 και μετά).

 

Καμία σχέση με το 2018

Πριν περάσουμε στις λεπτομέρειες που αφορούν το φετινό καλοκαίρι του Παναθηναϊκού, χρειάζεται μία μικρή διευκρίνιση ώστε να αποφευχθούν τυχόν παρανοήσεις.

Ο Παναθηναϊκός δεν έχει αυτή τη στιγμή πρόβλημα βιωσιμότητας. Έχει μηδενίσει τα χρέη του εδώ και τρία χρόνια, δεν υπάρχουν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις και το ζήτημα του “Cost Control” δεν σχετίζεται με οικονομική αδυναμία ή αδυναμία πληρωμών.

Συνεπώς, η τρέχουσα κατάσταση δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα γεγονότα του 2018, όταν το Club Financial Control Body (CFCB) της UEFA επέβαλε στον Παναθηναϊκό αποκλεισμό ενός έτους από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών ύψους 3.654.000 ευρώ.

Εκείνη η δύσκολη περίοδος ανήκει στο παρελθόν, καθώς ο σύλλογος κατάφερε να εξοφλήσει τα χρέη του και να αποκαταστήσει την οικονομική του ισορροπία. Το θέμα σήμερα δεν είναι πρόβλημα ρευστότητας ή αδυναμία επένδυσης για την επόμενη χρονιά. Αντίθετα, η τελευταία τριετία αποδεικνύει ότι τέτοιο πρόβλημα πλέον δεν υφίσταται.

Η πρόκληση σήμερα αφορά τον περιορισμό στα ποσά που μπορεί να επενδύσει η ιδιοκτησία, με τον κανόνα ότι το κόστος του ποδοσφαιρικού τμήματος δεν πρέπει να ξεπερνά το 70% των συνολικών εσόδων της χρονιάς. Αυτό σημαίνει ότι ο Παναθηναϊκός χρειάζεται να βρει νέες πηγές εσόδων, που - όσο δεν υπάρχει ιδιόκτητο γήπεδο - μπορούν να προκύψουν κυρίως από πωλήσεις παικτών. Κλείνει η παρένθεση.

 

 

Το φετινό κόστος έφτασε τα 62 εκατ. ευρώ

 

Την τρέχουσα σεζόν, ο Παναθηναϊκός ξόδεψε περίπου 62 εκατ. ευρώ για το ποδοσφαιρικό του τμήμα, ποσό που περιλαμβάνει αμοιβές παικτών, τεχνικού τιμ και κόστη μεταγραφών.

Μόνο για μεταγραφές το καλοκαίρι, διατέθηκαν περίπου 21 εκατ. ευρώ για τους Τετέ (7,2 εκατ.), Πελίστρι (6 εκατ.), Ίνγκασον (3,5 εκατ.), Μαξ (1 εκατ.), Γεντβάι (ενεργοποίηση ρήτρας 1 εκατ.), Ντραγκόφσκι (ενεργοποίηση ρήτρας 1,75 εκατ.) και για το δανεισμό του Ουναΐ (500.000 ευρώ).

Δεν συμπεριλαμβάνονται, ωστόσο, τα 1,9 εκατ. ευρώ για την αγορά του Σφιντέρσκι από τη Σάρλοτ και οι 800.000 ευρώ για τον Σιώπη από την Κάρντιφ, καθώς τα ποσά αυτά θα καταβληθούν το καλοκαίρι και θα επιβαρύνουν την επόμενη σεζόν.

Ο Παναθηναϊκός επένδυσε περίπου 14 εκατ. ευρώ το καλοκαίρι για τις μεταγραφές των Πελίστρι, Τετέ και για τον δανεισμό του Ουναΐ.

 

 

Παραβίαση ορίου εξόδων

Σύμφωνα με τον κανονισμό της UEFA για το Cost Control, το επιτρεπτό όριο εξόδων για τη σεζόν 2024/25 είναι το 80% των εσόδων. Για να δικαιολογηθούν τα 62 εκατ. ευρώ σε έξοδα, ο Παναθηναϊκός θα έπρεπε να έχει έσοδα περίπου 77,5 εκατ. ευρώ. Όμως τα φετινά έσοδα θα κινηθούν γύρω στα 70 εκατ. ευρώ, προερχόμενα από:

 

  • 10 εκατ. ευρώ τηλεοπτικά δικαιώματα

  • 3-3,5 εκατ. ευρώ από εισιτήρια

  • 6,5-7 εκατ. ευρώ από χορηγίες και διαφημίσεις

  • 4,5 εκατ. ευρώ από εμπορικές δραστηριότητες και επιχορηγήσεις

  • 1 εκατ. ευρώ από την πώληση του Σπόραρ

  • 45,36 εκατ. ευρώ από τις δύο αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που κάλυψε ο Γιάννης Αλαφούζος.

 

Η UEFA δεν συνυπολογίζει στα σταθερά έσοδα τα χρήματα που προέρχονται από ευρωπαϊκές συμμετοχές, καθώς θεωρούνται προσδοκώμενα.

Έτσι, το «τριφύλλι» ξεπέρασε το επιτρεπτό όριο εξόδων κατά περίπου 10%, γεγονός που ήδη του έχει αποφέρει μία προειδοποίηση από την UEFA και αναμένεται μέσα στον Μάιο να του επιβληθεί πρόστιμο ύψους 150.000-200.000 ευρώ.

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν μπορεί να επαναληφθεί, διότι, όπως αναφέρει η UEFA, οι ποινές γίνονται αυστηρότερες με κάθε νέα παράβαση μέσα σε τετραετία, και σε επόμενο στάδιο μπορεί να φτάσουν ακόμη και σε απαγόρευση μεταγραφών, μέχρι να αποκατασταθεί η αναλογία εξόδων-εσόδων στο απαιτούμενο 70%.

 

Δεν μπορεί να βάλει πάνω από 20-22 εκατ.

Ο Παναθηναϊκός δεν μπορεί να διαθέσει περισσότερα από 20-22 εκατ. ευρώ μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου. Γι’ αυτό και το κύριο ζητούμενο αφορά τη σεζόν 2025/26 και την ανάγκη να εξισορροπηθεί το μπάτζετ της ομάδας, ώστε να συμμορφώνεται με το «Cost Control» της UEFA, το οποίο από τη νέα χρονιά θα περιορίζει τα έξοδα στο 70% των συνολικών εσόδων.

Ο Γιάννης Αλαφούζος δεν επιτρέπεται να ενισχύσει τα έσοδα της ΠΑΕ με περισσότερα από 20-22 εκατ. ευρώ σε ΑΜΚ, λόγω των κανονισμών «Σταθερότητας» της UEFA. Σύμφωνα με αυτούς, υπάρχει πλαφόν στη χρηματοδότηση μέσω αυξήσεων κεφαλαίου, το οποίο ανέρχεται στα 75 εκατ. ευρώ μέσα σε τρία οικονομικά έτη για συλλόγους που εμφανίζουν «υγιή οικονομικά».

Στις αγωνιστικές περιόδους 2022/23, 2023/24 και 2024/25, ο βασικός μέτοχος του Παναθηναϊκού έχει ήδη εισφέρει 79.213.990,4 ευρώ μέσω έξι αυξήσεων κεφαλαίου, ξεπερνώντας το επιτρεπτό όριο κατά 4.213.990,4 ευρώ. Αν και αναμένεται να γίνει κάποια επισήμανση από την UEFA, δεν προβλέπεται βαριά τιμωρία, αφού η ΠΑΕ έχει να επιδείξει σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές, όπως η αναβάθμιση του προπονητικού κέντρου «Γ. Καλαφάτης» και των εγκαταστάσεων της Ακαδημίας.

Αυτές οι επενδύσεις εξαιρούνται από τον συνολικό υπολογισμό, καθώς η UEFA ενθαρρύνει μέσω των κανονισμών της την ανάπτυξη υποδομών και τη δημιουργία μακροπρόθεσμων οφελών για τους συλλόγους.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι περίπου 24 εκατ. ευρώ από τις αυξήσεις κεφαλαίου της σεζόν 2022/23 αφορούν επενδύσεις αυτού του είδους, ο κύκλος επένδυσης/εσόδων για την επόμενη τριετία διαμορφώνεται εκ νέου. Έτσι, για τη σεζόν 2025/26 ο Αλαφούζος μπορεί να συμμετάσχει με νέα αύξηση κεφαλαίου ύψους έως 20-22 εκατ. ευρώ, ώστε να παραμείνει εντός των ορίων των 75 εκατ. ευρώ και να μην κινδυνεύσει ο Παναθηναϊκός με σοβαρότερη κύρωση βάσει του κανονισμού «Stability».

 

Για να παραμείνει ανταγωνιστικός

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Ότι συγκριτικά με τη σεζόν 2024/25, τα έσοδα του Παναθηναϊκού για την επόμενη χρονιά θα μειωθούν κατά περίπου 22-23 εκατ. ευρώ (λόγω μικρότερης δυνατότητας επένδυσης από τον ιδιοκτήτη), αγγίζοντας τα 48-50 εκατ. ευρώ, αν οι σημερινές πηγές εσόδων παραμείνουν σταθερές. Συνεπώς, το συνολικό μπάτζετ του συλλόγου δεν θα μπορεί να ξεπερνά τα 34-35 εκατ. ευρώ.

Πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η εικόνα; Μόνο με αύξηση των εσόδων και περιορισμό κάποιων υφιστάμενων εξόδων, ώστε να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος που θα επιτρέψει εκ νέου επενδύσεις στην αγορά.

Στα θετικά για τον Παναθηναϊκό καταγράφεται το γεγονός ότι, μέσω των λήξεων συμβολαίων, των παικτών που δεν υπολογίζονται, καθώς και πιθανών πωλήσεων (όπως π.χ. του Βιλένα στην Αλάνιασπορ), μπορεί να μειώσει το κόστος κατά περίπου 7-8 εκατ. ευρώ μετά την 30ή Ιουνίου 2025, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών επιβαρύνσεων. Έτσι, το μισθολογικό κόστος του ποδοσφαιρικού τμήματος θα πέσει στα 32-33 εκατ. ευρώ.

Ταυτόχρονα, ο Παναθηναϊκός διαπραγματεύεται νέο τηλεοπτικό συμβόλαιο, στοχεύοντας σε αύξηση από τα 10 στα περίπου 13 εκατ. ευρώ ετησίως.

Είναι δεδομένο πως το επόμενο καλοκαίρι δεν θα έχει τη δυνατότητα να κάνει μεγάλες μεταγραφικές κινήσεις αντίστοιχες με εκείνες του 2024, όταν επένδυσε 6 και 7,2 εκατ. ευρώ για τους Πελίστρι και Τετέ αντίστοιχα.

Για να παραμείνει, όμως, ανταγωνιστικός και να διατηρήσει το συνολικό κόστος του ποδοσφαιρικού τμήματος σε επίπεδο 37-38 εκατ. ευρώ (με την εφορία), έχοντας επιπλέον 5-6 εκατ. ευρώ διαθέσιμα για μεταγραφές (άρα συνολικά ένα κόστος 42-44 εκατ. ευρώ), θα χρειαστεί να αυξήσει τα έσοδά του στα 60-63 εκατ. ευρώ για τη σεζόν 2025/26.

Με άλλα λόγια, ο Παναθηναϊκός πρέπει να αναζητήσει νέες πηγές εσόδων, είτε μέσω νέων εμπορικών συμφωνιών (τηλεοπτικά δικαιώματα, χορηγίες) σε μια αγορά που είναι ήδη κορεσμένη, είτε μέσω πωλήσεων παικτών και άμεσης αναπλήρωσης των κενών στο ρόστερ.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση, με πολλές παραμέτρους που πρέπει να ισορροπηθούν, ενόψει ενός «καυτού» καλοκαιριού όπου το βασικό ζητούμενο θα είναι το πλήρες ανασχεδιασμό του οικονομικού πλάνου του συλλόγου.

Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως κάποιο σχόλιο σας θίγει, παρακαλούμε επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί άμεσα.
TrifillakiaTeam's picture

TrifillakiaTeam

Διαφημιστείτε εδω