Ένα από τα πολλά αναπάντητα ερωτήματα που αφορούν το μπάσκετ είναι αν πρόκειται για άθλημα των ψηλών ή των κοντών. Βλέπετε ανάλογα με την εποχή αυτό άλλαζε και όταν ένας παίκτης έκανε τη διαφορά λέγαμε ότι αυτού του είδους οι παίκτες κάνουν τη διαφορά. Τα παλιά χρόνια όσο πιο ψηλός ήταν ένας παίκτης τόσο πιο χρήσιμος ήταν για τη θέση του σέντερ. Ποιος μπορεί να ξεχάσει άλλωστε τις ομηρικές μάχες του Βράνκοβιτς με τον Φασούλα όπου έβλεπαν τον κόσμο από τα 2,17 και 2,13 αντίστοιχα. Ενώ αν κάτι θυμόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια ήταν οι γίγαντες που αντικρίζαμε με δέος την δεκαετία του 80 όπως ο Σαμπόνις, ο Τκατσένκο και ο Μουρεσάν. Το να είχε τότε μία ομάδα έναν τέτοιο δεινόσαυρο στη σύνθεση της αυτομάτως την έκανε πολύ δυνατή καθώς δεν πλησίαζε τίποτα στη ρακέτα.
Τα χρόνια όμως πέρασαν και το μπάσκετ που παίζεται από το 2000 και μετά είναι τελείως διαφορετικό. Πρωτοπόρος και σε αυτόν τον τομέα είναι ο Παναθηναϊκός όταν ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι πιο ανατρεπτικό. Αρχικά έδωσε την θέση του σέντερ σε ένα κλασικό 4άρι που άκουγε στο όνομα Ντάριλ Μίντλετον. Ο Αμερικανός είχε ανακηρυχτεί σε κορυφαίο παίκτη του Ισπανικού πρωταθλήματος και αποτελούσε την επιτομή του εργάτη. Τη πρώτη χρονιά συνυπήρχε με τον Ρέμπρατσα και την επόμενη με τον Λάζαρο Παπαδόπουλο. Πρόσφερε πάρα πολλά στην ομάδα και αποτελούσε πάντα τη χρυσή εφεδρεία της ομάδας του. Η επανάσταση όμως στο Ευρωπαϊκό μπάσκετ ήρθε το καλοκαίρι του 2003. Τότε ο Παναθηναϊκής απέκτησε τον παγκοσμίως άγνωστο Αμερικανό σμολ φόργουοντ Μάικ Μπατίστ που είχε περάσει ακόμα και από το Βελγικό πρωτάθλημα. Όσο αθόρυβα έγινε αυτή η μεταγραφή τόσο πάταγο δημιούργησε αλλάζοντας εκ βάθρων τον τρόπο που παίζεται η θέση του σέντερ.
Ο Μάικ Μπατίστ ήρθε σαν ένα 3άρι με μέτριο σουτ, αλλά τρομερά αθλητικά προσόντα. Ο Ζοτς διαπίστωσε γρήγορα τα προτερήματα και μειονεκτήματα του νέου του παίκτη και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Μετά από μερικές δοκιμές στο 4 τον βάφτισε 5άρι και για τα επόμενα 9 χρόνια οι πράσινοι είχαν στη φαρέτρα τους ένα πυρηνικό όπλο. Ο big mike, πλαισιωμένος από το κομπιουτεράκι που ακούει στο όνομα Διαμαντίδης, άφησε εποχή στην Ευρωλίγκα ως ένας εκ των κορυφαίων σέντερ της διοργάνωσης. Οι δύο τους έκαναν επιστήμη το pic & roll και τα γρήγορα πόδια του Μάικ σε συνδυασμό με το φοβερό του άλμα, έκαναν σμπαράλια κάθε αντίπαλη άμυνα. Μπορεί το ύψος του Μπατίστ να ήταν μόνο 2,04m αλλά το μυαλό που διέθετε και η σκληρή προπόνηση υπερκάλυπταν αυτό του το μειονέκτημα. Μάλιστα η ταχύτητα και το καλό σουτ από τα 4-5 μέτρα τον έκαναν απρόβλεπτο και πολύ δύσκολο αντίπαλο. Συνέπεια όλων αυτών ήταν να την πληρώνουν οι μπασκέτες σε κάθε παιχνίδι του εξάστερου.
Ήταν φανερό πλέον ότι το μπάσκετ άλλαζε ριζικά. Περνούσε πιο πολύ στην τακτική και γινόταν πιο γρήγορο. Οι απαιτήσεις από τους ψηλούς παίκτες ήταν πολύ μεγάλες και η επιτυχία μίας ομάδας εξαρτιόταν άμεσα και από αυτούς. Πλέον οι σέντερ δεν ήταν μόνο για να μαζεύουν ριμπάουντ και να καρφώνουν ανενόχλητοι μετά από ασίστ. Συμμετείχαν ενεργά στο παιχνίδι και πολλές φορές από αυτούς ξεκινούσαν οι επιθέσεις. Η εικόνα του Μπατίστ να βγαίνει στο τρίποντο για να δώσει το πρώτο σκριν στο Διαμαντίδη έχει περάσει στα κλασσικά εικονογραφημένα του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Για να επιβιώσει και να αντέξει μία ομάδα σε αυτές τις αλλαγές έπρεπε να έχει και τα ανάλογα εργαλεία. Η ταχύτητα δεν περιοριζόταν μόνο στην περιφέρεια αλλά έπρεπε να ακολουθούν και οι σέντερ. Πολλές ομάδες ακολούθησαν το παράδειγμα του Παναθηναϊκού και στράφηκαν σε πιο αθλητικούς ψηλούς. Αυτό το ύψος που έχαναν από τους ψηλούς το πρόσθεταν στην περιφέρεια με τα δίμετρα γκαρντ. Ο Διαμαντίδης, ο Παπαλουκάς και ο Ριγκοντό ήταν μερικοί από αυτούς καθώς εκτός από το ύψος διέθεταν και πολύ μπασκετικό μυαλό. Έτσι μπορεί το βασικό σου πλέι μέικερ να είχε ύψος 2μ. και ο σέντερ 2,03μ. πράγμα αδιανόητο για μερικά χρόνια νωρίτερα.
Ο Αργύρης Πεδουλάκης από την πρώτη του κιόλας περίοδο στον πάγκο της ομάδας στράφηκε στο συγκεκριμένο μοντέλο ψηλών. Λάσμε και Γκιστ μαζί δημιούργησαν ένα φοβερό δίδυμο που έκανε πάρτι στους τελικούς του 2013 απέναντι στον αιώνιο. Ο Ολυμπιακός κατέκτησε την Ευρωλίγκα του 2012 με σέντερ τον Χάινς που έχει ύψος 1,98. Η Μακάμπι δύο χρόνια μετά είχε τον Τάιους σαν πρώτο βιολί, ενώ η μεγάλη έκπληξη της φετινής διοργάνωσης Λοκομοτίβ Κουμπάν με Σίνγκλετον και Ράντολφ έπαιξε το πιο ελκυστικό μπάσκετ. Πλέον ο σύγχρονος σέντερ θα πρέπει να έχει την ικανότητα να κατεβαίνει και στο 4 για να λύνει τα χέρια του προπονητή του. Οι θέσεις 4-5 τείνουν να γίνουν μία για πάρα πολλούς αθλητές που έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν εκεί. Φυσικά σε μία ομάδα θα πρέπει να υπάρχει και η ανάλογη ισορροπία και το ιδανικό θα ήταν να πλαισιώνεται ο mobile center με έναν παίκτη που έχει τη δυνατότητα να παίζει με πλάτη. Το δίδυμο Μπατίστ – Πέκοβιτς το 2009 είναι το τέλειο παράδειγμα.
Ο περσινός Παναθηναϊκός και το πώς χτίστηκε η γραμμή των ψηλών του θα πρέπει να διδάσκεται στο εξής σαν παράδειγμα προς αποφυγή. Με τρεις δεινόσαυρους άνω των 2,12 στο ρόστερ της, η συγκεκριμένη ομάδα θα αποτελούσε το όνειρο προπονητών όπως ο Τσόσιτς και ο Γκομέλσκι την δεκαετία του 80. Το 2016 όμως έγινε βορά στα δόντια των αντιπάλων που χτυπούσαν ανελέητα στη ταχύτητα και έκαναν τη ρακέτα του τριφυλλιού να μοιάζει με Ελβετικό τυρί. Αποτέλεσμα αυτών των επιλογών ήταν ο άμοιρος ο Γκιστ να μην μπορεί να περπατήσει στους φετινούς τελικούς παίζοντας για 2-3 συμπαίκτες του. Αυτά τα λάθη είναι παραπάνω από βέβαιο ότι θα διορθωθούν φέτος και οι παίκτες που κοιτάει ο Πεδουλάκης είναι προς αυτή την κατεύθυνση.
Μπορεί στο παρελθόν να λατρέψαμε τον Βράνκοβιτς και τις θρυλικές του ραβέρσες, αλλά η εξέλιξη παρέσυρε μαζί της ακόμα και αυτή την αρχοντιά που ζηλεύαμε όλοι. Οι σημερινές ομάδες για να πρωταγωνιστήσουν δεν αρκεί να έχουν έναν τρομερό σκόρερ (Γκάλης), έναν τριποντάκια ακροβολισμένο στη γωνία (Σούμποτιτς) και έναν χαμάλη για τα ‘’σκουπίδια’’ (Γουίλτζερ), όπως ο μεγάλος Άρης του 1987-1990. Οι απαιτήσεις από όλους τους παίκτες είναι να παίζουν τουλάχιστον δύο θέσεις. Παλιά υπήρχε ο Φάνης Χριστοδούλου που έπαιζε σε 2-3 θέσεις, αλλά μάλλον αποτελούσε την εξαίρεση στον κανόνα. Τώρα όλοι οι μεγάλοι παίκτες προσφέρουν σε παραπάνω από μία θέσεις. Μερικοί ρομαντικοί σίγουρα θα αναπολούν τις μάχες των γιγάντων Σαμπόνις, Ντίβατς, Βράνκοβιτς, Φασούλα και Νόρρις. Όσοι τις ζήσαμε ξέρουμε καλά ότι αυτό ήταν το πραγματικό μπάσκετ και νιώθουμε τυχεροί που τους προλάβαμε. Όπως τυχεροί πρέπει να νιώθουν και τα εκατομμύρια των πράσινων οπαδών που ευτύχησαν να δουν στα πράσινα τεράστιους σέντερ. Δεν μπορούμε να μην ακολουθήσουμε όμως την εξέλιξη του αθλήματος. Αυτή επιβάλει την προσαρμογή στα νέα δεδομένα και οι αναμνήσεις ας μείνουν στο μυαλό να μας θυμίζουν τα παλιά χρόνια, τα γεμάτα εικόνες και ήρωες που στα παιδικά μας μάτια φάνταζαν θεοί.
