Αν όχι ουδείς, σίγουρα ελάχιστοι θα στοιχημάτιζαν ότι ο Παναθηναϊκός της μίας νίκης σε δέκα ματς και της γενικότερης «ελεύθερης πτώσης» του τελευταίου διμήνου προ Ουζουνίδη, θα κατάφερνε να φτάσει στο «δύο στα δύο» απέναντι στον ΠΑΟΚ και τον Ατρόμητο στο Περιστέρι.

Με διαρκώς αυξανόμενη πίεση να πολιορκεί τον οργανισμό του, με φουλ απαξίωση και αμφισβήτηση, με τη ψυχολογία στα τάρταρα και ένα τεράστιο «πρέπει» πάνω απ' τα κεφάλια όλων, ένα «πρέπει» που μέχρι πρότινος «έπνιγε» την ομάδα και την έκανε να μοιάζει αδύναμη,«ελάχιστη», εξοργιστική, πιο «soft» και απ' το βούτυρο, αυξάνοντας την οργή και εκτοξεύοντας την αμφισβήτηση του κόσμου της επί παντός επιστητού.

Και είναι προφανέστατα έργο του Μαρίνου Ουζουνίδη η άμεση αλλαγή στο χαρακτήρα του συνόλου των ποδοσφαιριστών του Παναθηναϊκού και κατ' επέκταση της ομάδας, η οποία αρχίζει να βρίσκει συγκεκριμένη ταυτότητα στον τρόπο παιχνιδιού της, σταθερές/αρχές αλλά και συσπείρωση στα αποδυτήρια, που ήταν και το κυρίαρχο ζητούμενο της παρούσας χρονικής συγκυρίας.

Φαίνεται, άλλωστε, στα μικρά αλλά διόλου αμελητέα πράγματα, από τον τρόπο που συμμετέχει πλέον ο πάγκος στα ματς, τους ομαδικούς πανηγυρισμούς στα γκολ, τις σαφώς λιγότερες διαμαρτυρίες προς τις διαιτητικές αποφάσεις...

Τη συγκέντρωση πάνω απ' όλα στη δουλειά και στο καθήκον, στο ματς αυτό καθεαυτό, και στο μαχητικό πνεύμα που επιδεικνύεται επιτέλους στους πρώτους αγώνες με τον Ουζουνίδη στο «τιμόνι».

Προφανώς δεν (μπορεί να) είναι τυχαίο ένα γεγονός που υφίσταται και στα τρία ματς του Παναθηναϊκού με τον Ελληνα προπονητή στον πάγκο του, όχι μόνο στο ντέρμπι με τον ΠΑΟΚ και στο Περιστέρι με τον Ατρόμητο, αλλά ακόμα και στο ματς με τη Θέλτα στη Λεωφόρο παρά το ροτέισον και την ήττα, που υπό άλλες συνθήκες τυχόν γρήγορο/αναπάντεχο γκολ των Ισπανών στο 4' θα είχε πιθανότατα «κόψει» τα πόδια των παικτών και θα έφερνε ακόμα μεγαλύτερη, πιθανώς και ανεπανόρθωτη καταστροφή.

Αμιγώς ποδοσφαιρικά το πρώτο και κυρίαρχο δεδομένο είναι ότι ο Παναθηναϊκός με τον Ουζουνίδη στο «τιμόνι» εμφανίζεται «μπετόν αρμέ» ανασταλτικά, με εξαιρετική συνοχή στις γραμμές του και σχεδόν αψεγάδιαστη ανασταλτική λειτουργία, με την υποσημείωση ότι τα ρίσκα που παίρνει η ομάδα είναι σαφώς ελεγχόμενα.

Η πρώτη γραμμή άμυνας και το πρέσινγκ ξεκινάει σχεδόν πάντα στο δεύτερο τρίτο του γηπέδου, λίγα μέτρα πάνω απ' τη σέντρα, πολύ σπάνια θα ανέβουν για «overlap» και τα δύο πλάγια μπακ, αλλά σχεδόν πάντα ο ένας εκ των δύο θα μείνει πίσω μαζί με τους δύο στόπερ για να υπάρχει τριάδα κάλυψης των μετόπισθεν και με ξεκάθαρη έμφαση (κυρίως) στο αμυντικό (αλλά και το επιθετικό) τρανζίσιον...

Τα δε ντουμπλαρίσματα των εξτρέμ στους πλάγιους μπακ αποτελούν βασική οδηγία/προτεραιότητα και τα τρεξίματα των χαφ και των επιθετικών αφορούν σχεδόν αποκλειστικά στον τομέα ευθύνης τους, οδηγώντας σε συγκεκριμένες «διαδρομές» των αντίπαλο, όπως ορίζει το «manual» της τακτικής.

Το σημαντικότερο όλων; Απαντες έχουν αποκτήσει ρόλο, τον οποίο έχουν ξεκάθαρα στο μυαλό τους και ξέρουν πως να τον ακολουθήσουν πιστά, χωρίς πολλές πληροφορίες και αλλαγές οδηγιών από το ένα ματς στο επόμενο ανάλογα με τον αντίπαλο, με τον ίδιο ή πανομοιότυπο σχηματισμό που εμπεριέχει ξεκάθαρες ζώνες (4-4-2 και 4-4-1-1) ανασταλτικά, άρα και συγκεκριμένη δουλειά για τον κάθε ένα, με λιγότερες «απαιτήσεις», πολυπλοκότητα και μπλέξιμο του μυαλού.

Βασικά, λίγα και συγκεκριμένα, πράγματα και ποδοσφαιρικές αρχές στηριζόμενες πάνω σε συγκεκριμένη (ουχί πολύπλοκη ή διαφορετική σε κάθε αγώνα) αγωνιστική φιλοσοφία που δεν επιτρέπει την ύπαρξη «μαύρης τρύπας» κάποιου παίκτη, ακόμα και όταν εμπεριέχονται στην ενδεκάδα επιλογές ανάγκης, με λίγα ματς στα πόδια τους ή λιγότερη ποιότητα δημιουργικά.

Οι δύο νίκες με ισάριθμα «μηδέν» στα μετόπισθεν και οι ελάχιστες τελικές προς την εστία του Οδυσσέα Βλαχοδήμου καταδεικνύουν του λόγου το αληθές (μόλις μία τελική προς την εστία είχε για παράδειγμα ο Ατρόμητος την Κυριακή μέσα στο γήπεδό του).

Οταν δε επιστρέψει ακόμα περισσότερο η αυτοπεποίθηση, τότε και δημιουργικά ο Παναθηναϊκός θα βελτιώνεται διαρκώς, όπως είδαμε άλλωστε ξεκάθαρα σημάδια προόδου στο Περιστέρι ειδικά στο πρώτο ημίχρονο, με έξι τελικές προς την αντίπαλη εστία και περισσότερους συνδυασμούς/αυτοματισμούς συγκριτικά με τα ματς με τον ΠΑΟΚ και τη Θέλτα.

Είναι άλλωστε ξεκάθαρο ότι ο Παναθηναϊκός μπορεί να αποδώσει ποιοτικό ποδόσφαιρο με βάσει τα φετινά υλικά που διαθέτει, ανεξαρτήτως φιλοσοφίας, κάτι που αποδείχθηκε στα εκτός έδρας ευρωπαϊκά ματς με τη Θέλτα και τη Σταντάρ, που κατέδειξαν το αγωνιστικό «ταβάνι» της ομάδας και ουδεμία σχέση είχαν προφανώς με την κατρακύλα που ακολούθησε της ήττας από την Ξάνθη στη Λεωφόρο, όταν... χάθηκε η μπάλα και ξεκίνησε η διαδρομή με σπασμένα τα φρένα προς το γκρεμό.

Ο Παναθηναϊκός με τον Ουζουνίδη έχει αποκτήσει ρόλους, τείνει να αποκτήσει συγκεκριμένη αγωνιστική ταυτότητα και με τέτοιες νίκες χτίζει σταδιακά το χαρακτήρα και τη νοοτροπία που επιτάσσει η πράσινη φανέλα με το τριφύλλι.

Σε επίπεδο προσώπων, ειδική αναφορά αξίζει να γίνει σε πέντε παίκτες. Τον Οδυσσέα Βλαχοδήμο που έκανε μία σπουδαία απόκρουση στο τετ α τετ με τον Παπαδόπουλο στο 19', κράτησε για δεύτερο σερί ματς το «μηδέν» και ήταν μεταξύ των διακριθέντων όπως και στη Νέα Σμύρνη.

Τον (κορυφαίο όλων) Λούκα Βιγιαφάνιες που ερχόμενος πλέον από τα άκρα βρίσκει περισσότερους χώρους για καταστάσεις «ένας εναντίον ενός», αλλά και για να συγκλίνει προς τον άξονα ως έξτρα παίκτης που αιφνιδιάζει τακτικά τον αντίπαλο, γεγονός που του δίνει την δυνατότητα να ταϊζει ευκολότερα τους επιθετικούς περιοχής (βλέπε κάθετη για σεμινάριο στο 19' σε Μπεργκ).

Τον Βίκτορ Ιμπάρμπο (παρά τη δεδομένη επιπολαιότητά του στην τελική προσπάθεια και το ράθυμο τρέξιμο και στιλ του) που με τη σωματοδομή, την τεχνική και τις εμπνεύσεις του (ασίστ στον Μπεργκ στο 0-1) μπορεί να πονοκεφαλιάσει κάθε αντίπαλη άμυνα, να δώσει μέτρα ανεβάζοντας την ομάδα, αλλά και να δημιουργήσει πολύτιμους χώρους εκμετάλλευσης στον Μπεργκ (παρότι δεν έχει ξεκάθαρα ανάσες και δεν βρίσκεται σε καλό φεγγάρι, η επιστροφή του στα γκολ επανέφερε το χαμόγελο στα χείλη του, γεγονός κομβικής σημασίας για τον ίδιο αλλά και για την ομάδα).

Αλλά και τους δύο κεντρικούς μέσους, τον Ζέκα και τον Λουντ που έκαναν εξαιρετική δουλειά τακτικά στο Περιστέρι, βγάζουν «χημεία» ως δίδυμο ανασταλτικά και δημιουργικά, με τον Πορτογάλο να έχει περιορίσει αισθητά τα μέχρι πρότινος «όπου να 'ναι» τρεξίματά του και με τον Φινλανδό να κάνει σωστά τα απλά και αυτονόητα σε όλους τους τομείς του παιχνιδιού.

Μεγαλύτερο αρνητικό στοιχείο αποτέλεσε η οπισθοχώρηση της ομάδας στο ξεκίνημα του δεύτερου ημιχρόνου και η έλλειψη διάρκειας στα τρεξίματα, που σχετίζεται προφανώς με τη φυσική κατάσταση, που βελτιώνεται μεν, αλλά είναι σαφές ότι έχει πολλά περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης.

Επί του πρακτέου το διπλό στο Περιστέρι επέφερε οφέλη ζωτικής σημασίας και έδειξε ότι υπάρχει σφυγμός στον Παναθηναϊκό που έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει και προφανώς σκληρή δουλειά μπροστά του για να ξαναγίνει όπως ορίζει η βαριά φανέλα και η ένδοξη ιστορία του.

Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως κάποιο σχόλιο σας θίγει, παρακαλούμε επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί άμεσα.
Mat's picture

Mat

Διαφημιστείτε εδω