To πρώτο «μπλόκο» στο φετινό πρωτάθλημα για τον Παναθηναϊκό, με την απρόσμενη λευκή ισοπαλία απέναντι στον Παναιτωλικό στο Αγρίνιο, έφερε και το πρώτο φετινό «αίμα» στο βάναυσα κακοποιημένο από διαιτητικά λάθη κορμί του την τελευταία 20ετία.
Οι υποδείξεις-φαντάσματα (16', 43') του βοηθού Λάμπρου (Αν. Αττικής) με... κορυφαία την «ανακάλυψη» στη φάση του Μπεργκ στο 43' όπου η σημαία σηκώθηκε ταυτόχρονα με την ασίστ πάρε-βάλε του Σουηδού προς τον Λουντ, είναι πασιφανές ότι επηρέασαν την έκβαση και συνεπώς και το αποτέλεσμα του αγώνα.
Ανάλογη περίπτωση οφ σάιντ βέβαια είχαμε και από τον βοηθό του Σιδηρόπουλου, Ευθυμιάδη, στην πρεμιέρα με τον Λεβαδειακό, πάλι στο πρώτο ημίχρονο, αλλά το συγκεκριμένο λάθος δεν επηρέασε την έκβαση του αγώνα διότι ο Παναθηναϊκός ήταν σαρωτικός και νίκησε με μεγάλη άνεση.
Με τέτοια... άνεση που ανάγκασε ορισμένους να ανακαλύψουν απροκάλυπτα μέχρι και... εύνοια, βαφτίζοντας ως «αμφισβητούμενο» το καθαρό πέναλτι πάνω στον Μπεργκ.
Στο Αγρίνιο προφανώς ο Παναθηναϊκός δεν ήταν εξίσου επιβλητικός και έτσι το οφ σάιντ-ανακάλυψη του Λάμπρου, μετά πολλών συγκυριών, έκανε «ζημιά»...
«Αν την πάθω, ας την πάθω από τον Λουντ, αλλά όχι από τον Μπεργκ»
Από αμιγώς ποδοσφαιρικής πλευράς το ματς χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο ημίχρονο είναι σαφές ότι ο Παναιτωλικός αιφνιδίασε τον Παναθηναϊκό με τον τρόπο που προσέγγισε το ματς στο ξεκίνημά του.
Οι «πράσινοι» είχαν προφανώς σχεδιάσει την τακτική τους για να αντιμετωπίσουν μία ομάδα που θα τους περίμενε στο μισό γήπεδο, όπως συμβαίνει με την πλειονότητα των (ανάλογου βεληνεκούς) αντιπάλων του στο πρωτάθλημα.
Αντ' αυτού όμως οι Αγρινιώτες αποφάσισαν να πρεσάρουν ψηλά, στο δεύτερο τρίτο του γηπέδου, από το πρώτο... δευτερόλεπτο του αγώνα, παίρνοντας το ρίσκο του να δεχτούν κάποιο γρήγορο γκολ στους χώρους που άφηναν ελέω της επιθετικότητάς τους (5' Μπεργκ, 10' Λουντ), αλλά και της σπατάλης (σχεδόν) όλων τους των δυνάμεων τους στο πρώτο μισό του αγώνα.
Η στόχευση του Παναιτωλικού αφορούσε στην πίεση της πρώτης μπάλας, με φουλ επιθετικότητα για την άμεση ανάκτηση της κατοχής και την επιδίωξη καταστάσεων «ένας εναντίον ενός» από τους Ουάρντα και Κλέσιο στα δύο άκρα.
Παρεμπιπτόντως ο Ουάρντα, με τις τεχνικές αρετές και το "πακέτο" που διαθέτει, είναι απορίας άξιον πώς βρίσκεται ακόμα στον Παναιτωλικό...
Στη φάση άμυνας του Παναιτωλικού, δε, ο Μπεργκ έμοιαζε να αποτελεί το... μοναδικό ουσιαστικό μέλημά τους. Κάτι σαν «από τη στιγμή που πρέπει να ρισκάρω, αποφασίζω αν είναι να την... πάθω από Λουντ και Ιμπάρμπο αλλά όχι από τον Μπεργκ και προσπαθώ με κάθε τρόπο να μην του δώσω χώρο ούτε για να σκοράρει, ούτε για να δημιουργήσει»...
Προφανώς είχαν και ως απρόσμενο... σύμμαχο τον βοηθό «καρμανιόλα», Λάμπρου, που λες και σημάδευε τον Μπεργκ με τη σημαία υψωμένη.
Αλλά γενικότερα στο πρώτο ημίχρονο ο Παναθηναϊκός ήταν σαφές ότι είχε αιφνιδιαστεί/«μπλοκάρει» κι ο αιφνιδιασμός αυτός δημιούργησε σύγχυση και προκάλεσε ταυτόχρονα παράλυση στην ανάπτυξη.
Κι αυτό διότι το κάθετο «χτίσιμο» από τον άξονα και το ακούμπημα της μπάλας στον Μπεργκ είχε «αποκοπεί», ενώ στα άκρα υπήρχαν τα εξής δεδομένα: στη δεξιά πλευρά ο Μέστο είχε το μυαλό του κυρίως στον Ουάρντα, περιορίζοντας έτσι τα ανεβάσματά του και ο έτερος της πλευράς, Ιμπάρμπο, αισθάνονταν αναγκασμένος να κλείσει προς τον άξονα και να γυρίσει προς τα πίσω για να βοηθήσει στην ανάπτυξη.
Αντ' αυτού έχασε μπάλες και έκανε λάθη από το υπερβολικό κράτημα της μπάλας και το πρέσινγκ (από δύο και τρεις αντιπάλους) που δέχονταν στους χώρους που κακώς επέλεξε να κινηθεί, όντας εμφανώς εκτός κλίματος.
Πιθανώς και εξαιτίας της πρόσφατης αποχής του λόγω του τραυματισμού που τον ταλαιπώρησε.
Στα αριστερά ο Γουακάσο έκανε τη δουλειά του σαφώς καλύτερα, «ανακουφίζοντας» την ομάδα όταν κρατούσε τη μπάλα στα πόδια του, βοηθώντας ουσιαστικά την ανάπτυξη περισσότερο από κάθε άλλο «πράσινο» και αναζητώντας ορθολογικά τον αρμόδιο μπακ της πλευράς του, Ουσμάν Κουλιμπαλί.
Ο Αφρικανός προσπάθησε να είναι συγκεντρωμένος στην αναχαίτιση του Κλέσιο, έχοντας στο ενεργητικό του ορισμένα καθοριστικά κοψίματα, αλλά ταυτόχρονα είχε και σαφές «θέμα» με το «ανάποδο» πόδι.
Έκανε σωστά τα ανεβάσματά του στο επιθετικό τρίτο, αλλά φαινόταν δύσκολο να σεντράρει και να βγάλει τελικές πάσες, χωρίς δεύτερες σκέψεις και ανασφάλειες, με το αριστερό (με εξαίρεση μία ωραία σέντρα στο 10' προς τον Λουντ στη δεύτερη καλή ευκαιρία του Παναθηναϊκού στο πρώτο ημίχρονο).
Έλλειμα στη δημιουργία και εκνευρισμός στην άμυνα
Στον άξονα της μεσαίας γραμμής στο κομμάτι της δημιουργίας, ο μεν Ζέκα έκανε τα εύκολα-δύσκολα και δεν είχε θετική επιρροή στο παιχνίδι της ομάδας, στον δε Λεντέσμα δεν βγήκαν οι περισσότερες από τις 20αρες μπαλιές του, με αποδέκτη κυρίως τον Μπεργκ, τον οποίο «τάισε» μόνο: α)στο φάουλ-γρήγορη πάσα που τον έβγαλε τετ α τετ από πλάγια αριστερά στην ευκαιρία του 5' και: β)στην «φαρμακερή» κάθετη πάσα προς τον Σουηδό στη φάση του 43' που ακύρωσε προκλητικά ο Λάμπρου.
Κυρίως ο Γουακάσο ήταν αυτός που έδινε «ασφάλεια» στο κράτημα της μπάλας, παρότι από το 39' (όταν πήρε αφελώς κίτρινη κάρτα για διαμαρτυρία μετά από φάουλ που όντως έκανε) και μετά, ήταν επίφοβος για αποβολή και προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος της αντικατάστασής του από τον Στραματσόνι.
Ανασταλτικά έβγαινε μεν ένας εκνευρισμός, αλλά ο Παναθηναϊκός δεν απειλήθηκε στα σοβαρά, υπό την έννοια της κραυγαλέας ευκαιρίας, εξαιτίας της διατήρησης της τακτικής συνοχής και της καταλυτικής παρουσίας του Μολέδο που «καθάριζε» και του Ζέκα που «σκούπιζε» εντυπωσιακά κάθε είδος, έστω και υποψίας, κινδύνου.
Έμεινε στο μηδέν για τέσσερις λόγους
Στο δεύτερο ημίχρονο η εικόνα άλλαξε. Ο Παναθηναϊκός ηρέμησε στην ανάπαυλα, συνειδητοποίησε τα δεδομένα και αναπροσάρμοσε την τακτική του.
Και όταν βγήκε ξανά στο γήπεδο ήταν το απόλυτο «αφεντικό».
Εκμηδένισε τους κινδύνους, απέκτησε εμφατικά τα ηνία της μεσαίας γραμμής και ενσωμάτωσε το κάθετο παιχνίδι στο επιθετικό τρίτο, κυριαρχώντας απόλυτα, παρότι δεν υπήρξε καμία αλλαγή προσώπου στην ενδεκάδα του.
Ειδικά δε στο χρονικό διάστημα από το 46' μέχρι το 75' ήταν επαρκώς δημιουργικός έως και καταιγιστικός και δημιούργησε την εικόνα ότι αποτελεί απλώς προϊόν χρόνου το να ανοίξει το σκορ...
Δεν το έκανε, για πρώτη φορά μετά από 5,5 μήνες, αν και είχε τουλάχιστον τέσσερις καραμπινάτες ευκαιρίες διότι: α)ο Λουντ ήταν (απροσδόκητα τόσο) άστοχος (59', 62', 63'), β)ο Μπεργκ δεν «ταϊστηκε» ούτε όταν μπήκε στο γήπεδο ο Βιγιαφάνιες, που πέρασε μεν φυσιολογικά στον αγώνα αλλά είχε (απρόσμενα τόσο) αναιμική παρουσία. Συν του ότι ο Μπεργκ δεν μπόρεσε επίσης να συνεργαστεί εποικοδομητικά ούτε με τον Εμποκού, ούτε με τον Ρινάλντι και γ)ο Κυριακίδης κατέβασε τα ρολά και ο Κούσας έμοιαζε με «χαιλάντερ», σταματώντας μέχρι και με... τακουνάκι έτοιμο γκολ στο 47', στη μοναδική καλή σέντρα του Ιμπάρμπο προς τον Μπεργκ...
Οπως κλασικά συμβαίνει στην Ελλάδα, απολαύσαμε επίσης και τις περίφημες... πτώσεις στο τελευταίο τέταρτο του ματς προκειμένου να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος από τους γηπεδούχους και να κοπεί ο ρυθμός του Παναθηναϊκού, με τους «πράσινους» να τηρούν το Fair Play της... περασμένης δεκαετίας, πετώντας την μπάλα σε κάθε περίπτωση (πλην μίας με τον Κουλιμπαλί) εκτός αγωνιστικού χώρου, δίχως να περιμένουν το σφύριγμα του διαιτητή που είναι ο αποκλειστικός αρμόδιος για να κρίνει εάν κινδυνεύει η σωματική ακεραιότητα κάποιου αθλητή ή εάν πρόκειται για «θέατρο».
Επιστρέφοντας, τέλος, στην ουσία, το σίγουρο είναι ότι οι δύο βαθμοί δεν πρόκειται να επιστρέψουν ακόμη κι αν ο βοηθός Λάμπρου τιμωρηθεί, όπως είναι και το αυτονόητο, καθώς επίσης και ότι το πρωτάθλημα είναι μαραθώνιος και βρισκόμαστε απλώς στα πρώτα μέτρα.
Υπάρχει πάρα πολύς δρόμος μπροστά και η ουσία για τον Παναθηναϊκό είναι να μην αποσυντονιστεί, να κρατήσει ως μοναδικό θετικό το μηδέν παθητικό για τρίτο σερί ματς πρωταθλήματος και να αφοσιωθεί απόλυτα στο πολύ δύσκολο ματς απέναντι στη Θέλτα στο Βίγκο, έναν αντίπαλο υψηλών απαιτήσεων...

