Γράφει ο Μαρίνος Λάβδας
Υπήρχαν βράδια τη φετινή σεζόν που ο Παναθηναϊκός BC έμοιαζε ικανός να φτάσει μέχρι και την κατάκτηση της EuroLeague. Και υπήρχαν πολλά περισσότερα που έμοιαζε ικανός να χάσει από τον ίδιο του τον εαυτό πριν καν ο αντίπαλος πατήσει το παρκέ.
Η φετινή ομάδα σχεδιάστηκε για την κορυφή της Ευρώπης, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να πυροβολήσει τα ίδια της τα πόδια. Ο Παναθηναϊκός δεν μπήκε στη σεζόν για να «χτίσει». Μπήκε για να πάρει την EuroLeague. Με αυτό το budget, με αυτές τις μεταγραφές και με την αίσθηση ότι ο οργανισμός είχε επιστρέψει οριστικά στην ευρωπαϊκή ελίτ, οτιδήποτε λιγότερο από Final Four έμοιαζε αποτυχία. Τα περίπου 40 εκατομμύρια του συνολικού budget φάνταζαν υπεραρκετά για να φτάσει μέχρι εκεί. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που το Final Four θα διεξαγόταν στο ίδιο του το σπίτι.
Η καθυστέρηση στην επιστροφή του Λεσόρ επηρέασε περισσότερα απ’ όσα περίμενε κανείς. Ο Παναθηναϊκός έχασε το βασικό σημείο αναφοράς του στη ρακέτα και μαζί μεγάλο μέρος της αμυντικής του ισορροπίας. Ο Χολμς δεν κούμπωσε ποτέ πραγματικά. Όχι μόνο αγωνιστικά, αλλά κυρίως πνευματικά. Στις ομάδες του Ergin Ataman είτε παραδίνεσαι πλήρως στο οικοσύστημα είτε χάνεσαι μέσα σε αυτό. Ο Χολμς έμοιαζε συχνά σαν παίκτης που μπήκε σε λάθος ταινία για πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά στο τέλος δεν βρήκε ούτε θέση κομπάρσου. Η προσθήκη του Φαρίντ έδωσε αρχικά μια ανάσα. Έφερε ενέργεια, εμπειρία και σιγουριά σε μια ομάδα που συχνά έμοιαζε να αγωνίζεται με νεκρό χρόνο αντίδρασης. Όλοι γνώριζαν ότι η ηλικία του θα περιόριζε τον ρόλο και τα λεπτά συμμετοχής του, όμως για ένα διάστημα λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Μέχρι που ξαφνικά έμοιαζε σαν να μπήκε και εκείνος στα παπούτσια του Χολμς. Ο Γκραντ έδειξε φέτος να κουβαλά στις πλάτες του την υπερπροσπάθεια των προηγούμενων ετών. Κουρασμένος σωματικά και πνευματικά, χωρίς την ίδια ένταση που τον έκανε σημείο αναφοράς. Ο Κέντρικ Ναν από την άλλη έμοιαζε εγκλωβισμένος μέσα στον ίδιο του τον εκνευρισμό. Ναι, η διαιτησία πολλές φορές δεν τον προστάτευσε, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις ο ίδιος έβγαζε τον εαυτό του εκτός παιχνιδιού. Ένα πυρηνικό όπλο χωρίς συγκέντρωση και χωρίς ξεκάθαρη κατεύθυνση από τον πάγκο. Ο Σορτς ήρθε με περγαμηνές. Άλλωστε όσα έκανε με τη φανέλα της Παρί δεν μπορούσαν να θεωρηθούν τυχαία.
Κι όμως, κάπου εκεί εμφανίστηκε ξανά το φετινό “Ataman Effect”. Ο προπονητής του Παναθηναϊκού πήρε στα χέρια του ένα ρόστερ χρυσάφι και συχνά κατάφερε να το κάνει να μοιάζει μικρότερο απ’ όσο πραγματικά ήταν. Και ο Παναθηναϊκός μόνο μικρός οργανισμός δεν είναι. Ο Σορτς δεν μπήκε ποτέ πραγματικά σε ένα σαφές αγωνιστικό πλάνο. Ο Παναθηναϊκός έμοιαζε πολλές φορές να λειτουργεί χωρίς ξεκάθαρες επιθετικές αρχές, περιμένοντας απλώς το ατομικό ταλέντο να λύσει τα προβλήματα. Υπήρχαν κατοχές χωρίς off-ball κίνηση, επιθέσεις που κατέληγαν μονότονα σε isolation και διαστήματα όπου η ομάδα έμοιαζε να παίζει περισσότερο με ένστικτο παρά με δομή. Ο Αταμάν τον απέσυρε γρήγορα από παιχνίδια που δεν του έβγαιναν, χωρίς ποτέ να του δείξει πραγματική εμπιστοσύνη. Και όταν ένας παίκτης αυτού του επιπέδου αρχίζει να σκέφτεται περισσότερο το λάθος παρά την επόμενη φάση, τότε έχει ήδη χαθεί η μισή μάχη. Η απόκτηση του Χέιζ-Ντέιβις με οικονομική υπέρβαση του προέδρου έμοιαζε σαν η τελευταία προσπάθεια να κουκουλωθεί η προβληματική λειτουργία της ομάδας με ακόμη περισσότερο ταλέντο.
Κάπου εκεί όμως εμφανίστηκε η Valencia Basket. Μια ομάδα τρομερά προετοιμασμένη, δουλεμένη και πειθαρχημένη, που ήρθε για να ξεμπροστιάσει όλες τις παθογένειες της φετινής δουλειάς του Αταμάν. Αμυντικά, ο Παναθηναϊκός δεν έδειξε ποτέ ότι είχε σταθερό πλάνο ή συνεπή ενέργεια. Η weak-side άμυνα συχνά κατέρρεε, τα close-outs έβγαιναν με καθυστέρηση και το transition defense έμοιαζε προβληματικό όπως σε μεγάλα διαστήματα της σεζόν. Η μοναδική εξαίρεση ήταν το πρώτο παιχνίδι στην Ισπανία, όπου για κάποιον ανεξήγητο λόγο το αμυντικό πλάνο λειτούργησε σχεδόν υποδειγματικά — μόνο και μόνο για να εγκαταλειφθεί στα επόμενα παιχνίδια. Επιθετικά, η κατάσταση δεν ήταν πολύ διαφορετική. Ο Αταμάν δεν κατάφερε ποτέ να χτίσει ένα σύνολο που να αξιοποιεί πραγματικά το τεράστιο ταλέντο του ρόστερ. Ο Τολιόπουλος και ο Ρογκαβόπουλος έμοιαζαν πολλές φορές ξεχασμένοι στο rotation, ενώ ακόμα και ο χρήσιμος Καλαϊτζάκης στη σειρά με τη Βαλένθια κατέληξε σχεδόν ανενεργός. Κι όμως, ακόμα και έτσι, ο Παναθηναϊκός κατάφερε να κάνει το 0-2 μέσα στην Ισπανία.
Και τότε ακριβώς ήρθε ο καθρέφτης. Η ομάδα κοίταξε το πραγματικό της πρόσωπο: αστάθεια, έλλειψη ξεκάθαρης μπασκετικής ταυτότητας, νεύρα, διαμαρτυρίες και υπερβολικά πολλές δικαιολογίες από τον πάγκο για μια ομάδα που υποτίθεται πως χτίστηκε για να κυριαρχήσει. Και μέσα σε όλα αυτά υπήρχε και το ΟΑΚΑ. Το γήπεδο που κάποτε λειτουργούσε σαν ψυχολογικός εφιάλτης για κάθε αντίπαλο, φέτος έμοιαζε να πιέζει περισσότερο τον ίδιο τον Παναθηναϊκό. Η έδρα που έχτισε ευρωπαϊκές πορείες μετατράπηκε σε χώρο αμφιβολίας και νευρικότητας. Και ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη ήττα της χρονιάς: όχι οι χαμένες κατοχές, ούτε τα άστοχα σουτ, αλλά η απώλεια της αίσθησης ότι στο ΟΑΚΑ ο Παναθηναϊκός ελέγχει το παιχνίδι και την ψυχολογία του αντιπάλου. Κάπως έτσι, η Βαλένθια γύρισε ολοκληρωτικά τη σειρά και θα βρεθεί στο ΟΑΚΑ με όνειρο την κατάκτηση της EuroLeague — στο γήπεδο που ο Παναθηναϊκός ονειρευόταν να μετατρέψει σε προσωπική του σκηνή θριάμβου.
Στο τέλος της ημέρας, ο φετινός Παναθηναϊκός δεν αποκλείστηκε επειδή δεν είχε ποιότητα. Είχε ίσως περισσότερο ταλέντο από κάθε άλλη ομάδα της διοργάνωσης. Αποκλείστηκε γιατί ποτέ δεν κατάφερε να δαμάσει τις αντιφάσεις του. Ήταν μια ομάδα ικανή για το ακατόρθωτο, αλλά όχι για τη συνέπεια. Μια ομάδα που έζησε όλη τη χρονιά ανάμεσα στην ιδιοφυΐα και την αυτοκαταστροφή. Ανάμεσα στο ταλέντο και στην ανύπαρκτη μπασκετική ταυτότητα. Και τελικά, ίσως αυτή να είναι η πραγματική θεωρία του μπασκετικού χάους.

